19 Οκτ 2018

Ριάτσε, Καλαβρία | Ο Μίμο ο Κούρδος και η πόλη του μέλλοντος

Από το 1972, το μικρό χωριό στην Καλαβρία ήταν γνωστό για την ανακάλυψη δύο ορειχάλκινων αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, εξαιρετικής τέχνης. Οι πολεμιστές του Ριάτσε έκτοτε κοσμούν το μουσείο στο Ρέτζο Καλάμπρια. Ήταν μεσοκαλόκαιρο, Ιούλιος του 1998, όταν ένα σκάφος έβγαλε στην ακτή, λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το Ριάτσε, εξήντα έξι άνδρες, σαράντα έξι γυναίκες και εβδομήντα δύο παιδιά. Οι περισσότεροι Κούρδοι από το Ιράκ, κυνηγημένοι οπαδοί του Εργατικού Κόμματος του Οτσαλάν. Μέχρι τότε το χωριό στην Λοκρίδα της Καλαβρίας, με τους πεντακόσιους, πάνω κάτω μόνιμους κατοίκους γερνούσε σταθερά ακολουθώντας την μοίρα του ιταλικού νότου. Οι νέοι έπαιρναν τον δρόμο προς τον Βορρά, για να βρούνε δουλειά σαν εσωτερικοί μετανάστες και στο σχολείο οι μαθητές λιγόστευαν, μέχρι που το 2000 έκλεισε. Το Ριάτσε προοριζόταν να γίνει χωριό - φάντασμα. Τότε ο Ντομένικο Λουκάνο, πρώην δάσκαλος, παλιό στέλεχος της Προλεταριακής Δημοκρατίας, με ενεργό πολιτική δράση από τα νιάτα του, αναζητώντας τρόπους να αλλάξει η κατάσταση, μαζί με μερικούς ακόμη, αναλαμβάνουν να υποδεχθούν τους πρόσφυγες στο Ριάτσε. Όχι μόνο για τους περιθάλψουν από την ταλαιπωρία του ταξιδιού αλλά για να τους εγκαταστήσουν μόνιμα, να τους βρουν δουλειά και να τους εντάξουν στην τοπική οικονομική και κοινωνική ζωή. Ήταν ένα εγχείρημα υποδοχής και ενσωμάτωσης που ξεκίνησε ως πράξη διεθνιστικής αλληλεγγύης και κατέληξε σε ένα σχέδιο με σκοπό να ζωντανέψει το Ριάτσε. Ιδρύεται ο σύλλογος "Città Futura". Εκείνες τις ημέρες ο Ντομένικο που τον φωνάζανε Μίμο, πήρε το παρατσούκλι Κούρδος.

Από εκείνο το καλοκαίρι έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Από τους πρώτους Κούρδους ελάχιστοι έχουν μείνει στο Ριάτσε. Οι περισσότεροι έφυγαν με προορισμό τον ευρωπαϊκό βορρά. Στα σπίτια που έμειναν αυτοί αλλά και σε άλλα εγκαταλειμμένα που άνοιξαν στην συνέχεια, ήρθαν Αφγανοί, Σύριοι, Σομαλοί, Ιρακινοί, Λίβυοι και άλλοι Αφρικανοί. Εξακόσιοι περίπου άνθρωποι από είκοσι χώρες ζούνε σήμερα με τις οικογένειες τους στο χωριό. Ιδιαίτερα από το 2004, όταν ο Μίμο πρώτο-εκλέχθηκε δήμαρχος ξεκίνησαν προγράμματα εργασίας και ενσωμάτωσης με την αξιοποίηση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΗΕ και τον κρατικό προϋπολογισμό. Δημιουργήθηκαν εργαστήρια κεραμικής, υφαντικής και ραπτικής, άνοιξαν ταβέρνες και καταστήματα λιανικής, συστηματοποιήθηκαν τα μαθήματα ιταλικής γλώσσας, ξεκίνησαν οικοδομικές εργασίες αποκατάστασης των εγκαταλειμμένων σπιτιών, φτιάχτηκαν δυο μικροί συνεταιρισμοί για την ανακύκλωση των απορριμάτων, πείστηκαν πολλοί κάτοχοι παρατημένων ακινήτων να τα ανοίξουν για τους μετανάστες. Το σχολείο και οι δρόμοι του χωριού ζωντάνεψαν, άρχισαν να γίνονται μικτοί γάμοι, στα ανακαινισμένα σπίτια έρχονται τουρίστες και αρκετοί νέοι που είχαν μεταναστεύσει στον Βορρά, ξαναγύρισαν. Σιγά-σιγά το Ριάτσε άρχισε να γίνεται γνωστό ως ένα πετυχημένο πείραμα ενσωμάτωσης των μεταναστών, σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν σε γειτονικές περιοχές, στις οποίες το διαπλεκόμενο σύστημα των κρατικών αξιωματούχων, των αφεντικών και της Ντραγκέτα, εκμεταλλεύεται τους δύστυχους και λεηλατεί τα κονδύλια. Καταφέρνοντας να επιβιώσει, το πολύχρωμο Ριάτσε έγινε σύμβολο για πολλούς που πίστεψαν πως υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στο κυρίαρχο υπόδειγμα αντιμετώπισης του μεταναστευτικού κύματος και ο Μίμο έτυχε διεθνούς αναγνώρισης. Έλαβε επιστολή συγχαρητήριων από τον Πάπα και βραβεύτηκε από το αμερικάνικο Fortune. Όλα αυτά μέχρι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κεντρική εξουσία να αλλάξουν στάση και το ξενοφοβικό κύμα δυναμώσει στην Ευρώπη και την Ιταλία.

Όπως σχεδόν πάντα γίνεται με τέτοιου είδους εγχειρήματα που μπορεί να ανθίζουν “στις σχισμές των βράχων” και όχι μόνο για μια Άνοιξη, στον βαθμό που παραμένουν τοπικά και μερικά είναι ευάλωτα. Αφότου το κύμα της μετανάστευσης μεγάλωσε, η διαχείρισή του συνδέθηκε με μεγάλα κονδύλια και μετατράπηκε σε μια τεράστια επιχείρηση για το κράτος, τους ιδιώτες και τις ΜΚΟ και τα προβλήματα για το πείραμα του Ριάτσε άρχισαν να μεγαλώνουν. Για την κεντρική εξουσία, που θέλει να επιβάλλει ένα ορισμένο μοντέλο διαχείρισης με βασικό σκοπό την αποτροπή, οι ιδέες και η πρακτική του Μίμο, που παλιότερα δεν ενοχλούσαν παρά μόνο τοπικά συμφέροντα, μετατράπηκαν σε ανταγωνιστική πρόταση. Ήταν θέμα χρόνου να δυσκολέψουν οι εκταμιεύσεις των χρηματοδοτήσεων και να περικοπούν οι επιχορηγήσεις για νέα προγράμματα. Καθώς ο δήμαρχος αντέδρασε και δεν συμμορφώθηκε, δεν άργησαν να εμφανιστούν κατηγορίες για κακοδιαχείριση και συνδρομή σε παράνομη μετανάστευση. Αφορμή ήταν ο γάμος ενός Ιταλού στο χωριό και μιας Νιγηριανής που κινδύνευε με απέλαση. Αν και οι διώξεις κορυφώθηκαν τον τελευταίο καιρό με δημόσιες επιθέσεις του νεοφασίστα υπουργού Εσωτερικών Σαλβίνι, οδηγώντας στην σύλληψη και στον κατ΄οικον περιορισμό, οι δικαστικές περιπέτειες του Μίμο ξεκίνησαν το 2017 με την κυβέρνηση συνασπισμού του Δημοκρατικού Κόμματος. Στην θέση του Σαλβίνι, ήταν ο Μάρκο Μινίτι, μέλος του Ιταλικού Κ.Κ. στα νιάτα του, μυστικοσύμβουλος των Ντ’ Αλέμα και Ρέντσι και αργότερα ξενοφοβικός υπουργός Εσωτερικών.

Ύστερα από την σύλληψη στις 2 Οκτωβρίου, η αντιπαράθεση που διαπερνά όλη την χώρα σχετικά με το μεταναστευτικό, συμπυκνώθηκε χρονικά και τοπικά, στο Ριάτσε. Όταν ξέσπασαν αντιδράσεις σε όλη την Ιταλία και στο εξωτερικό, το δικαστήριο διακόπτει τον περιορισμό αλλά διατάσσει τον Μίμο να φύγει από το Ριάτσε. Πεισματάρης ο διωκόμενος δήμαρχος δεν το βάζει κάτω. Δηλώνει αισιόδοξος πως θα καταφέρει και πάλι να κερδίσει στην αναμέτρηση του με την κεντρική εξουσία και την ακροδεξιά κυβέρνηση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ μια συνέντευξη του Μίμο, www.infoaut.org/culture/nel-mare-di-riace-una-conversazione-con-mimmo-lucano και το βιβλίο "Riace resta una terra di accoglienza" της Sasso Chiara

1 σχόλιο:

  1. Εγώ όλο αυτό το χαραχτηρίζω φιλανθρωπία.Βέβαια άμα λείπουν οι αγώνες,παρά ολότελα,καλή κι η Παναγιώταινα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή