Το επίσημο όνομα του είναι Στάδιο του δημοσιογράφου Μάριο Φίλιο, γιατί αυτός πρωτοστάτησε για την ανέγερση του. Σε όλο τον κόσμο όμως είναι γνωστό σαν Στάδιο Μαρακανά, το όνομα της γειτονιάς στην οποία βρίσκεται, στην βόρεια πλευρά του Ρίο ντε Τζανέιρο. Μαρακανά ονομάζονταν από παλιά ένα ποτάμι που διασχίζει την περιοχή, λέξη που στα Γκουαρανί, σημαίνει πράσινο πουλί, ένα είδος παπαγάλου. Το Μαρακανά που άρχισε να κτίζεται στα 1948 υποδέχτηκε το πρώτο μεταπολεμικό Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου του 1950 και τον ιστορικό τελικό που βύθισε μια ολόκληρη χώρα στο πένθος. Τότε η Βραζιλία έχασε με 2-1 από την Ουρουγουάη και στο Μαρακανά κυριάρχησε η απόλυτη σιωπή παρά το γεγονός πως στις κερκίδες του υπήρχαν γύρω στις διακόσιες χιλιάδες θεατές. Ήταν η στιγμή που ο Γκίτζια έστελνε την μπάλα στα δίχτυα του Μπαρμπόζα αναγκάζοντας όλη την Βραζιλία να κλάψει. Το Μαρακανάζο, από τότε είναι συνώνυμο της ήττας του φαβορί και της ανέλπιστης επικράτησης του αουτσάιντερ, μέσα στον ναό του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου . Το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα στάδιο στον πλανήτη επί πολλά χρόνια, έχασε τα πρωτεία όχι γιατί κτίστηκε κάποιο μεγαλύτερο από αυτό αλλά επειδή μειώθηκαν στο μισό περίπου οι αρχικές θέσεις, για λόγους ασφαλείας.
20 Απρ 2013
6 Απρ 2013
Πόλη της Γουατεμάλα
Η Δίκη
Πόλη της Γουατεμάλας, πρωινό της Τρίτης 19 του Μάρτη 2013, έξω από το επιβλητικό δικαστικό μέγαρο, υπήρχε ασυνήθιστη κοσμοσυρροή. Δικηγόροι, εκπρόσωποι οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τοπικά και διεθνή τηλεοπτικά κανάλια και πλήθος δημοσιογράφων μαζί με μια μεγάλη ομάδα αυτοχθόνων Μάγια, άνδρες και γυναίκες με τις παραδοσιακές ενδυμασίες που φορούν συνήθως στις γιορτινές ημέρες. Όλοι προσπαθούσαν να μπούνε στο κτίριο αλλά μόνο τριακόσιοι από αυτούς τα κατάφεραν. O αγρότης Nicolas Brito Bernal ήταν ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας που στάθηκε μπροστά στους τρεις δικαστές και κάτω από το επιβλητικό εθνόσημο, σήκωσε το χέρι, για να ορκιστεί πως θα πει την αλήθεια. Χρειάστηκε -όπως και οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας που τον ακολούθησαν- την βοήθεια διερμηνέα, για να καταθέσει, μιας και δεν γνωρίζει τα ισπανικά. Όλοι προέρχονται από τα βόρειο-δυτικά υψίπεδα, είναι Μάγια-Ιξίλ, μια επιμέρους ομάδα του λαού των Μάγια. Κατοικούν σε μια περιοχή γνωστή ως το τρίγωνο Ιξίλ, στην επαρχία Ελ Κιτσέ, στην καταπράσινη Σιέρα. Κουτσουματάνες σε μικρές κωμοπόλεις και πολλά χωριά. Ο Brito Bernal περιέγραψε με λόγια σταθερά την κόλαση που έζησε στις 25 του Μάρτη του 1982, στο χωριό του, στο Κανάκε στον δήμο της Σάντα Μαρία Νεμπάχα. Κρυμμένος είδε την εισβολή στρατιωτών στο χωριό, το ξάφνιασμα των γυναικών την ώρα που ζύμωναν τορτίγιες, τη μαζική σφαγή πολλών από αυτές και την πυρπόληση αρκετών σπιτιών. Οι δολοφόνοι δεν έμειναν, όμως, μόνο σε αυτά. Με τις ξιφολόγχες αφαίρεσαν τις καρδιές των σκοτωμένων και τις συγκέντρωσαν πάνω σε ένα τραπέζι, μακάβριο τρόπαιο και αδιανόητη πράξη, για να επιβληθεί ο απόλυτος τρόμος στους δύσμοιρους χωρικούς. Τον μάρτυρα ακολούθησαν αρκετοί άλλοι την ίδια και τις επόμενες ημέρες της δίκης που διακόπηκε, για να συνεχιστεί μετά το καθολικό Πάσχα. Άλλοι με ψυχραιμία και άλλοι με λυγμούς και δάκρυα περιέγραψαν ανάλογες εγκληματικές πράξεις και μαζικές σφαγές που συνέβησαν στο τρίγωνο των Ιξίλ στην διετία 1982-1983. Συνολικά ο πληθυσμός της περιοχής πλήρωσε με χίλιους οκτακόσιους θανάτους τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, που σκοπό είχαν να αντιμετωπίσουν το αριστερό αντάρτικο. Οι σκοτωμένοι ήταν κάθε ηλικίας, πολλές γυναίκες, ακόμη και βρέφη και αγέννητα παιδιά.
23 Μαρ 2013
Καράκας–Βενεζουέλα
Ο Πύργος του Δαβίδ
Με τα εκατόν ενενήντα μέτρα του, ο Πύργος του Δαβίδ δεσπόζει στο κέντρο του Καράκας, προς την μεριά του πράσινου όγκου του Ελ Αβίλα. Το τρίτο ψηλότερο κτίριο στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, και το έκτο σε όλη την νότια Αμερική, άρχισε να κτίζεται το 1990, για να γίνει οικονομικό-χρηματοπιστωτικό κέντρο από τον David Brillembourg, και από αυτόν πήρε το λαϊκό προσωνύμιο του, όταν το 1994 η τραπεζική κρίση διέκοψε την κατασκευή του. Τότε το κτίριο των σαράντα-πέντε ορόφων, που έμεινε μισοτελειωμένο, έγινε κρατική περιουσία και μέχρι το 2007, έστεκε άδειο και εγκαταλειμμένο. Εκείνη την χρονιά, τον Οκτώβρη, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, μια μεγάλη ομάδα αστέγων οικογενειών με επικεφαλής έναν πρώην κατάδικο-ευαγγελιστή πάστορα, κατέλαβε τον πύργο και εγκαταστάθηκε σε αυτόν, τουλάχιστον μέχρι τον εικοστό όγδοο όροφο. Δίχως ασανσέρ, παράθυρα, κιγκλιδώματα στα μπαλκόνια και στις σκάλες, κεντρική ηλεκτρική παροχή και εγκατάσταση νερού, ο Πύργος του Δαβίδ, παρά τις δυσκολίες, έγινε η κατοικία για επτακόσιες περίπου οικογένειες με δυόμισι χιλιάδες ανθρώπους, οργανωμένους σε μια κοινότητα. Είναι, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, η ψηλότερη παραγκούπολη στον κόσμο, η οποία μπορεί να μη διαθέτει στοιχειώδεις ανέσεις αλλά έχει στην κορυφή της ένα ελικοδρόμιο! Στα χρόνια που πέρασαν μέσα στον Πύργο του Δαβίδ, στήθηκαν ψιλικατζίδικα, ποτοπωλεία, ένα παράνομο οδοντιατρείο, κομμωτήριο και ένα αυτοσχέδιο γήπεδο μπάσκετ. Στην είσοδο του πύργου, με δυο-τρία μπολίβαρ, μισθώνονται μηχανάκια-ταξί, που χρησιμοποιούν πρόχειρες ράμπες, για να σκαρφαλώνουν στους πάνω ορόφους μεταφέροντας προμήθειες. Για τις κοινόχρηστες δαπάνες, το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό, η μηνιαία συνδρομή είναι εκατόν πενήντα μπολίβαρ. Αν και δεν λείπουν τα προβλήματα συμβίωσης, τα μπλεξίματα με την αστυνομία και οι κόντρες με τον άτυπο αρχηγό της κοινότητας, η πλειοψηφία των κατοίκων του πύργου είναι εργαζόμενοι, ορισμένοι μάλιστα σε κρατικές υπηρεσίες και τράπεζες και σχεδόν όλοι, φανατικοί οπαδοί του Τσάβες. Ζούνε με την προσδοκία να βρούνε μια μόνιμη και ανθρώπινη κατοικία, στα πλαίσια των κυβερνητικών στεγαστικών προγραμμάτων.
9 Μαρ 2013
Ιντλίμπ –Συρία
Νεκρές πόλεις, άνθρωποι σε σπηλιές
Το Ιντλίμπ βρίσκεται στο κέντρο μιας εύφορης λεκάνης στην μέση του δρόμου, ανάμεσα στο Χαλέπι και την Λατάκεια. Πρωτεύουσα της ομώνυμης βορειοδυτικής επαρχίας είναι η έδρα του κυβερνήτη και πριν τον συριακό εμφύλιο, μαζί με τα περίχωρα, ξεπερνούσε τις εκατόν τριάντα χιλιάδες κατοίκους. Αν και ζούσε για αιώνες στην σκιά του γειτονικού, μεγάλου αστικού και εμπορικού κέντρου που ήταν το Χαλέπι, το Ιντλίμπ υπήρξε, από την αρχαιότητα, πλούσια γεωργική περιοχή. Ευνοημένη από το κλίμα και το έδαφος ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα ελαιοπαραγωγής και βαμβακιού, από τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, παρασκευής σαπουνιού αλλά και βαμβακερών υφασμάτων. Κοντά στο Ιντλίμπ, ανακαλύφθηκε η αρχαία πόλη Έμπλα, που άκμασε στα τέλη της τρίτης προχριστιανικής χιλιετίας. Εκεί οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν είκοσι χιλιάδες πήλινες επιγραφές στην γλώσσα των Σουμερίων, ανάκτορα και άλλους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Στους λόφους με τα ασβεστολιθικά πετρώματα, σε όλη σχεδόν την επαρχία, είναι διάσπαρτοι επτακόσιοι περίπου μικροί οικισμοί, εκατό μικρές πόλεις, εγκαταστάσεις, πρωτοχριστιανικές εκκλησίες, μοναστήρια και οχυρά, που χρονολογούνται κυρίως από τα βυζαντινά χρόνια. Ερειπωμένες και εγκαταλειμμένες είναι οι Νεκρές Πόλεις, όπως είναι γνωστές στους αρχαιολόγους και στους τουριστικούς οδηγούς και οι οποίες ένωναν τους δρόμους των καραβανιών που κατευθύνονταν προς την Δύση. Στα θεμέλια τους, το προσεκτικό μάτι μπορεί να δει ίχνη παλιότερων εγκαταστάσεων των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, τάφους αρχόντων και ναούς παλιών θεών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



