9 Οκτ 2015

Τσαλουαουάτσο, Απουριμάκ, Περού
Τι αξίζει ένα ορυχείο χαλκού;

Τα πάντα είναι τεράστια όταν μιλά κανείς για το ορυχείο χαλκού Λας Μπάμπας στην Τσαλουαουάτσο μια μακρόστενη λωρίδα γης στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η ομώνυμη πόλη σε ύψος τρεισήμισι χιλιάδων μέτρων. Η Τσαλουαουάτσο είναι μια από τις έξι διοικητικές διαιρέσεις της επαρχίας Κοταμπάμπας, στην περιφέρεια Απουριμάκ στο νότιο ορεινό Περού. Το ορυχείο βρίσκεται στα τρεις χιλιάδες επτακόσια μέτρα ύψος, εκτείνεται σε τριάντα πέντε χιλιάδες εκτάρια και θα είναι έτοιμο να λειτουργήσει στις αρχές του 2016. Υπολογίζεται πως θα παράγει κάθε χρόνο τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες τόνους χαλκού, ποσότητα διπλάσια από την μέχρι τώρα συνολική παραγωγή όλης της χώρας. Μαζί θα φέρνει στην επιφάνεια ενενήντα χιλιάδες ουγκιές χρυσό, τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες ουγκιές ασήμι και σημαντικές ποσότητες ψευδάργυρου και μολυβδαίνιου.Όπως συνηθίζεται, οι οικονομικοί αναλυτές, χρησιμοποιώντας μαθηματικούς πολλαπλασιαστές υπολογίζουν πως θα προσθέτει 1,4% επιπλέον στο ετήσιο εθνικό εισόδημα του Περού στα είκοσι χρόνια ζωής του. Θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα δημιουργήσει χιλιάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας. Σε μια περιοχή λοιπόν που θεωρείται η φτωχότερη στο Περού, με το 27% του πληθυσμού να υποσιτίζεται, το 40% των παιδιών κάτω των πέντε ετών να έχουν χρόνια αναιμία και το 24% να είναι αναλφάβητοι θα περίμενε κανείς πως το Λα Μπάμπας θα αντιμετωπίζονταν σαν θεόσταλτο δώρο της Μητέρας Γης. Αντίθετα όμως η μεγάλη πλειοψηφία των ορεσίβιων ιθαγενών Κέτσουα είναι αντίθετοι στο ορυχείο σε πείσμα της εταιρικής προπαγάνδας, των απλόχερων υποσχέσεων και της συνηθισμένης πολιτικής εξαγοράς και εκφοβισμού που χρησιμοποιούν οι μεταλλευτικές πολυεθνικές σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές, σε όλο τον κόσμο.

25 Σεπ 2015

Αλ-Χαλίλ, Χεβρώνα, Παλαιστίνη
Η θυσία της Χαντίλ στην οδό των Μαρτύρων

Εκείνο το πρωί, στη γειτονιά Τελ Ρουμέιντα του Αλ Χαλίλ (Χεβρώνα), ο ήχος πολλαπλών ριπών από πραγματικά πυρά βρόντηξε από το σημείο ελέγχου 56 της οδού Σουχάντα. Ο τριάντα-τετράχρονος Φαουάζ Αμπού Άισεχ, που στεκόταν στο τσεκπόιντ γύρω στις οκτώ παρά είκοσι το πρωί, συνόδευε κάποια παιδιά μακριά από το σημείο όπου οι ισραηλινές δυνάμεις ούρλιαζαν στα εβραϊκά στην τρομοκρατημένη Χαντίλ που πήγαινε στη σχολή της. «Της φώναζαν «Πήγαινε πίσω! Πήγαινε πίσω!». Ήξερα ότι δεν μπορούσε να καταλάβει γι’ αυτό της μίλησα στα αραβικά και με άκουσε αμέσως, και την πήρα από την είσοδο, προς την έξοδο του τσεκπόιντ». Σε μια φωτογραφία, η Χαντίλ, με μπούρκα στέκεται με τον Φαουάζ στο πρώτο πλάνο. «Προσπάθησα να της μιλήσω, ήταν τρομοκρατημένη. Δεν ήξερε τίποτα». Ο Φαουάζ παρακάλεσε τους στρατιώτες που πολλαπλασιάζονταν γρήγορα, να του επιτρέψουν να την πάρει μακριά από το τσεκπόιντ, να της εξηγήσει τι συμβαίνει και να αποκλιμακώσει την κατάσταση. «Με άκουσε αμέσως όταν της πρωτομίλησα, αλλά με απομάκρυναν και συνέχισαν να της ουρλιάζουν στα εβραϊκά, τα οποία προφανώς δεν καταλάβαινε».

7 Σεπ 2015

Βρεγμένη η φωτογραφία, βρεγμένος κι εγώ…*

του Νετσμεντίν Γιαλτσικάγια

Το 2003 κατέφυγα στην Ελβετία. Ένα πρωινό ήρθε ο Ιμπραήμ στο στρατόπεδο προσφύγων που έμενα. Μου είπε «Σύντροφε, αποθύμησες το οικογενειακό περιβάλλον;». Ήθελε να με πάρει στο σπίτι του. Έδωσε την διεύθυνση του στην διοίκηση του στρατοπέδου. Βγήκαμε στον δρόμο. Χειμώνας, χιόνια, παγωνιά. Μετά από ταξίδι δυο ωρών με το αυτοκίνητο μου είπε «σύντροφε ήρθαμε».
Έμενε μαζί με την οικογένεια του σε μια μικρή πόλη ανάμεσα στα βουνά, στο La Chaux de Fonds, στο Νοσατέλ. Πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά σε μια πολυκατοικία και με το ασανσέρ ανεβήκαμε στον πέμπτο όροφο. Μας άνοιξε την πόρτα ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι. Αεικίνητο, σαν μωρό γαζέλας με κοίταζε δειλά. Διχασμένη ανάμεσα στο να μείνει ή να φύγει, περίμενε.
Μας κοίταζε σαν να ρωτούσε «μπαμπά ποιος είναι αυτός». Της είπε ο μπαμπάς «Τον ξέχασες κορίτσι μου τον θείο Χατζή, που πήγα και τον έφερα από την Γερμανία στο παλιό μας σπίτι;». Χάρηκε και με ενθουσιασμό είπε «αυτός ο θείος είναι, τον θυμήθηκα, σκύψε να σε αγκαλιάσω». Την κοίταξα κατάματα και της είπα «τι να κάνουμε ο θείος είναι πολύ ψηλός» και έσκυψα και την πήρα αγκαλιά. Την γαργάλησα και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Αγκάλιασε με τα χεράκια της τον λαιμό μου. Με φίλησε στα μάγουλα τρεις φορές. Μόλις την κατέβασα από την αγκαλιά μου έτρεξε και κρύφτηκε στο δωμάτιό της. Δεν βγήκε από μέσα αρκετή ώρα… Κάπου κάπου έβγαζε το κεφαλάκι της από την χαραμάδα της πόρτας και μας κοίταζε. Όσα και αν της είπαν η μαμά της και ο μπαμπάς της δεν βγήκε από το δωμάτιο. Δεν άντεξα και πήγα στο δωμάτιό της. Κάθισα στην κουκέτα δίπλα της.

18 Ιουλ 2015

Βέλες, Σκόπια
Ο εφιάλτης του μηχανοδηγού


Η σιδηροδρομική γραμμή που ενώνει την Ελλάδα με την Πρώην Γιουγκοσλάβικη Δημοκρατία της Μακεδονίας και ανεβαίνει προς τον βορρά για να συναντήσει τα σύνορα με την Σερβία ακολουθεί στο μεγαλύτερο τμήμα της τον Αξιό ποταμό που εκεί ονομάζεται Βαρδάρης. Οι σιδηροτροχιές σε αρκετά σημεία βρίσκονται ακριβώς δίπλα στις όχθες του ποταμού άλλες φορές από την ανατολική και άλλες από την δυτική πλευρά ενώ συχνά περνάνε από απόκρημνα υψώματα και απότομες πλαγιές. Αυτή η διαδρομή τον τελευταίο καιρό έχει γίνει ο δρόμος που προτιμάνε οι πρόσφυγες οι οποίοι έρχονται κρυφά από την Ελλάδα και προσπαθούν , διασχίζοντας την χώρα, να συνεχίσουν το απελπισμένο ταξίδι τους προς την βόρεια Ευρώπη. Προτιμούν τον δρόμο των τρένων για να γλυτώσουν τα αστυνομικά μπλόκα στους αυτοκινητόδρομους και τον κίνδυνο να συλληφθούν η και να απελαθούν κακήν-κακώς πίσω στην Ελλάδα. Μεγάλες ομάδες προσφύγων που περιλαμβάνουν ολόκληρες οικογένειες με μικρά παιδιά περπατούν μερόνυχτα, κυρίως από το απόγευμα ως το ξημέρωμα δίπλα και πάνω στις γραμμές, όταν αυτές περνώντας από στενά και δύσβατα μέρη δεν αφήνουν περιθώριο για να περπατήσει κανείς παράλληλα και σε απόσταση ασφαλείας.