22 Φεβ 2019
Τρέπτσα-Κόσοβο | Η πιο ακριβή λωρίδα γης στα Βαλκάνια!
9 Φεβ 2019
Κιμ Μποκ-ντονγκ: Μια κίτρινη πεταλούδα στον ουρανό της Σεούλ
Η Κιμ Μποκ-ντονγκ πέθανε στις 28 Ιανουαρίου στο νοσοκομείο Σέβερενς του πανεπιστημίου Γιόνσει στη Σεούλ, σε ηλικία ενενήντα δύο χρόνων, ύστερα από μάχη με τον καρκίνο που βάστηξε ένα χρόνο. Την Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου, περισσότεροι από χίλιοι Νοτιοκορεάτες κάθε ηλικίας ακολούθησαν τη νεκρική πομπή, η οποία ξεκίνησε από την κεντρική πλατεία εμπρός στο Δημαρχείο και περνώντας μπροστά από την ιαπωνική πρεσβεία, κατέληξε στο νεκροταφείο του νοσοκομείου. Εκεί, περισσότεροι συμπατριώτες την αποχαιρέτησαν για πάντα. Νωρίτερα στη σορό της απέτισε φόρο τιμής και ο πρόεδρος της χώρας Μουν Τζε-ιν. Η Κιμ Μποκ-ντονγκ υπήρξε μία από τις κορυφαίες συμβολικές μορφές της σκληρής και ανείπωτης για χρόνια ιστορίας του κορεάτικου λαού στην περίοδο της γιαπωνέζικης κατοχής. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες οι οποίες στις αρχές της δεκαετίας του Ενενήντα, αφότου τελείωσε η στρατιωτική δικτατορία, έσπασαν τη δική τους σιωπή αλλά και τη συλλογική συγκάλυψη. Παίρνοντας θάρρος η μια από την άλλη, μίλησαν για την εξαναγκαστική σεξουαλική εκμετάλλευσή τους από τον γιαπωνέζικο στρατό κατοχής. Περιέγραψαν πως έγιναν σκλάβες για την σεξουαλική ικανοποίηση των στρατιωτών τόσο στην χώρα όσο και στις κατεχόμενες Κίνα, Μαλαισία, Ινδονησία και αλλού, ακολουθώντας την αιματηρή διαδρομή του αυτοκρατορικού στρατού. Ιστορικοί ανεβάζουν σε διακόσιες χιλιάδες τα κορίτσια και τις γυναίκες από την Κορέα και άλλες ασιατικές χώρες οι οποίες αναγκάστηκαν να υποστούν τον εφιάλτη της σεξουαλικής δουλείας ανάμεσα στο 1932 και το 1945, με ευθύνη των Ιαπώνων μιλιταριστών. Ήταν γνωστές με τον υποτιμητικό όρο “γυναίκες ανακούφισης” αλλά στην Κορέα τις ονομάζουν “hal-mo-nee” δηλαδή γιαγιάδες.
26 Ιαν 2019
Σκάλα Συκαμιάς, Λέσβος | Το πρόσωπο της λαϊκής αλληλεγγύης
Γεννημένη στα 1930, ρίζωσε περνώντας όλη τη ζωή της στη Σκάλα Συκαμιάς στη βόρεια ακτή της Λέσβου. Η μάνα της ήρθε μαζί με άλλους ξεριζωμένους πρόσφυγες από αντίκρυ στα χρόνια της μεγάλης καταστροφής του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Καταγωγή από τα Μοσκονήσια που βρίσκονται στη νότια είσοδο του Αδραμυτινού Κόλπου με το μεγαλύτερο και το μόνο που ήταν κατοικημένο, το Μοσκονήσι που «σφαλά το μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού» όπως έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Οι Αϊβαλιώτες τόσο δεν ήθελαν να γίνουν πρόσφυγες που πολλοί βγάλανε τα τιμόνια από τα καράβια για να μην μπορούν ταξιδέψουν. Αρκετοί μείνανε στη Λέσβο με την προσμονή της σύντομης επιστροφής στην πατρίδα, η οποία δεν έγινε ποτέ. Τον πρώτο καιρό, οι πρόσφυγες ζούσαν σε σκληρές συνθήκες. Πολλές οικογένειες ζούσαν σε παραπήγματα ή στις αποθήκες για τις ελιές, τα “αμπάρια”. Τέσσερις οικογένειες μοιράζονταν ένα δωμάτιο, το οποίο το χώριζαν με κρεμασμένες καρπέτες. Σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η Μαρίτσα Μαυραπίδη. Μεγάλωσε μέσα στην φτώχεια, δουλεύοντας σκληρά σε ξένους ελαιώνες και οικογενειακές αγροτικές εργασίες. Είχε ξεκινήσει το σχολείο, αλλά το σταμάτησε στη δευτέρα Δημοτικού για να προσέχει το μικρότερο αδερφάκι της. Η μητέρα τους έλειπε την ημέρα στις αγροτικές εργασίες και εκείνη, αν και παιδί, έπρεπε να επωμιστεί καθήκοντα που δεν της αναλογούσαν. «Από τότε είχα μωρά στα χέρια μου» είχε πει σ΄ έναν δημοσιογράφο. Παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά και πρόλαβε να δει εγγόνια. Μέχρι που βαστούσαν τα πόδια της, πήγαινε στον ελαιώνα πάνω από την Σκαμνιά και τάιζε τις κότες της. Έφυγε στα ογδόντα εννέα της χρόνια στις 16 Ιανουαρίου. Κηδεύτηκε στην Παναγιά τη Γοργόνα που στέκει στην κορυφή του βράχου στην άκρη του μικρού λιμανιού που προστατεύει τις ψαρόβαρκες από τα κύματα του Αιγαίου. Ο παπάς της Συκαμιάς την αποχαιρέτησε με τη γνωστή περικοπή του κατά Ματθαίου Ευαγγελίου. «Φύγετε από κοντά μου, οι καταραμένοι, στο πυρ το εξώτερον, που είναι ετοιμασμένο για το διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και δε με μαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, άρρωστος και δε με επισκεφτήκατε, φυλακισμένος και δεν ήρθατε σε μένα».
1 Δεκ 2018
Μπερέγκοβο, Δυτική Ουκρανία | Οι τσιγγάνοι ...δεν ανεβαίνουν στον ουρανό!
Στο Μπερέγκοβο, δίπλα στην ουγγρική κοινότητα που πλειοψηφεί και στους Ουκρανούς, ζουν περίπου έξι χιλιάδες Ρομά στα περίχωρα της πόλης, σε μια περιτοιχισμένη πολιτεία από άθλιες πρόχειρες κατοικίες, λασπωμένους χωματόδρομους, δίχως ύδρευση, αποχέτευση και την πλειοψηφία των παιδιών χωρίς σχολείο. Ο καταυλισμός υπήρχε από το 1860 αλλά μεγάλωσε τον προηγούμενο αιώνα, στην δεκαετία του Τριάντα, με οικογένειες τσιγγάνων που ήρθαν από την Ουγγαρία. Το πολυεθνικό Μπερέγκοβο, όπως πολλές πόλεις που βρίσκονται πάνω σε συνοριακές γραμμές έχει πολυτάραχο παρελθόν. Τμήμα του Βασιλείου της Ουγγαρίας παλιότερα, πέρασε στην εδαφική επικράτεια της Τσεχοσλοβακίας από το 1919 ως το 1938 αλλά από το τέλος του Παγκόσμιου Πόλεμου μαζί με όλη την περιοχή της Υπερκαρπαθίας, ανήκει στην Ουκρανία. Η εθνικιστική αφύπνιση των Ούγγρων έχει μετατρέψει το σημείο σε εστία έντασης ανάμεσα στην Βουδαπέστη και το Κίεβο. Στη σκιά αυτής της αντιπαράθεσης, η κοινότητα των Ρομά, η μεγαλύτερη αστική συγκέντρωση σε όλη την Ουκρανία, έχει στοχοποιηθεί από φασιστικές συμμορίες που έχουν πολλαπλασιαστεί, ιδιαίτερα ύστερα από την εξέγερση της Μεϊντάν. Αν και το Μπερέγκοβο έγινε καταφύγιο για πολλές κυνηγημένες οικογένειες Ρομά από άλλα μέρη της χώρας, η πίεση και εδώ μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Στη 1 Ιουλίου στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης ανακαλύφθηκε το πτώμα μιας μαχαιρωμένης στο λαιμό γυναίκας Ρομά. Περίπου τριάντα χρόνων το θύμα, ήταν μητέρα ενός παιδιού και με ένα καλάθι γυρνούσε στους δρόμους συλλέγοντας παλιοσίδερα. Οι τοπικές αρχές ακολουθώντας την πάγια τακτική των ουκρανικών κυβερνητικών υπηρεσιών απέδωσαν τον φόνο σε άγνωστα αίτια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



